χρήμα
•
- οικονομίακάποιο αγαθό που είναι μέσο συναλλαγής και πληρωμής Βικιλεξικό
- ρευστό χρήμα νομίσματα όπως σε κέρματα ή χαρτονομίσματα
- λογιστικό χρήμα σε επιταγές ή βιβλιάρια καταθέσεων
- Το χρήμα δε φέρνει την ευτυχία,
- κάποια ποσότητα χρημάτων Βικιλεξικό
- γενικότεραη περιουσία Βικιλεξικό
- Έχει πολύ χρήμα, χρήμα με ουρά! (μεγάλη περιουσία)
Ετυμολογία
χρήμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χρῆμα < ρήμα χρή (πρέπει, είναι ανάγκη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρήμα | χρήματα |
| Γενική | χρήματος | χρημάτων |
| Αιτιατική | χρήμα | χρήματα |
| Κλητική | χρήμα | χρήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →