αχώνευτος
•
- κυριολεκτικάπου δεν έχει χωνευτεί, δεν έχει περάσει από το πεπτικό σύστημα Βικιλεξικό
- που δεν έχει χωνευτεί, δεν υπέστη πλήρη διάλυση ή αλλοίωση Βικιλεξικό
- αχώνευτα κάρβουνα, αχώνευτη κοπριά
- μεταφορικάπου δεν έχει χωνευτεί, δεν έχει γίνει κτήμα κάποιου, δεν έχει μαθευτεί ολοκληρωμένα Βικιλεξικό
- αχώνευτη γνώση
- μεταφορικάπου δεν μπορείς να τον χωνέψεις, να τον συμπαθήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχώνευτος < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχώνευτος | αχώνευτη | αχώνευτο |
| Γενική | αχώνευτου | αχώνευτης | αχώνευτου |
| Αιτιατική | αχώνευτο | αχώνευτη | αχώνευτο |
| Κλητική | αχώνευτε | αχώνευτη | αχώνευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχώνευτοι | αχώνευτες | αχώνευτα |
| Γενική | αχώνευτων | αχώνευτων | αχώνευτων |
| Αιτιατική | αχώνευτους | αχώνευτες | αχώνευτα |
| Κλητική | αχώνευτοι | αχώνευτες | αχώνευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →