χωνεύω
•
- αναφέρεται στη διαδικασία της πέψης Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυμπαθώ κάποιον Βικιλεξικό
- Δεν τον χωνεύω καθόλου αυτόν τον υπερφίαλο άνθρωπο
- μεταφορικάκατανοώ τις αιτίες ενός γεγονότος και το αποδέχομαι Βικιλεξικό
- Δεν μπορώ να το χωνέψω ότι μου συμπεριφέρθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο μετά από τόσα χρόνια φιλίας
- Τι σπίτι; Μια μεζονέτα που ο Ρίκος τη χάζευε με ανοιχτό το στόμα, μην μπορώντας να χωνέψει την ιδέα πως θα έμενε σʼ αυτήν τη μεγαλοαστική συνοικία.
Ετυμολογία
χωνεύω < μεσαιωνική ελληνική χωνεύω (παρόμοια σημασία) < ελληνιστική κοινή χωνεύω / χοανεύω < αρχαία ελληνική χόανος < χέω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →