Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωνεύω

ρήμα
•
  1. αναφέρεται στη διαδικασία της πέψης Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσυμπαθώ κάποιον Βικιλεξικό
    • Δεν τον χωνεύω καθόλου αυτόν τον υπερφίαλο άνθρωπο
  3. μεταφορικάκατανοώ τις αιτίες ενός γεγονότος και το αποδέχομαι Βικιλεξικό
    • Δεν μπορώ να το χωνέψω ότι μου συμπεριφέρθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο μετά από τόσα χρόνια φιλίας
    • Τι σπίτι; Μια μεζονέτα που ο Ρίκος τη χάζευε με ανοιχτό το στόμα, μην μπορώντας να χωνέψει την ιδέα πως θα έμενε σʼ αυτήν τη μεγαλοαστική συνοικία.

Ετυμολογία

χωνεύω < μεσαιωνική ελληνική χωνεύω (παρόμοια σημασία) < ελληνιστική κοινή χωνεύω / χοανεύω < αρχαία ελληνική χόανος < χέω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →