βάρυπνος
•
- που έχει βαρύ ύπνο Βικιλεξικό
- που είναι και «βαρύς» και δύσθυμος από τον ύπνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάρυπνος < βαρύς + ύπνος + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βάρυπνος | βάρυπνη | βάρυπνο |
| Γενική | βάρυπνου | βάρυπνης | βάρυπνου |
| Αιτιατική | βάρυπνο | βάρυπνη | βάρυπνο |
| Κλητική | βάρυπνε | βάρυπνη | βάρυπνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βάρυπνοι | βάρυπνες | βάρυπνα |
| Γενική | βάρυπνων | βάρυπνων | βάρυπνων |
| Αιτιατική | βάρυπνους | βάρυπνες | βάρυπνα |
| Κλητική | βάρυπνοι | βάρυπνες | βάρυπνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →