βάσει
•
- λόγιομε βάση κάτι, σύμφωνα με κάτι Βικιλεξικό
- βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 4...
- αδύνατον να κρίνουμε, βάσει των όσων γνωρίζουμε
Ετυμολογία
βάσει < καθαρεύουσα βάσει < αρχαία ελληνική βάσει (δοτική ενικού του βάσις) < βαίνω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sur la base de. → δείτε τη λέξη βάση
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →