βάση
•
- το κατώτερο τμήμα ενός αντικειμένου, το σημείο στήριξης Βικιλεξικό
- η βάση του ποτηριού
- η αφετηρία, το σημείο εκκίνησης Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήτο θεμέλιο Βικιλεξικό
- βιολογίαμία από τις πουρίνες ή πυριμιδίνες που συνθέτουν τα νουκλεοτίδια Βικιλεξικό
- γεωμετρίαμία από τις τρεις πλευρές ενός τριγώνου, η πλευρά στήριξης στερεού Βικιλεξικό
- νομικός όροςη έδρα νομικού προσώπου Βικιλεξικό
- στατιστικήτο σημείο αναφοράς βαθμολόγησης Βικιλεξικό
- πληροφορικήη συντομογραφία της βάσης δεδομένων Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςη μεγάλη στρατιωτική εγκατάσταση Βικιλεξικό
- Η βάση του ΝΑΤΟ στη Σούδα.
- χημείαη χημική ένωση που έχει τάση να δέχεται πρωτόνια και η οποία διαλύεται στο νερό, ενώ όταν αντιδρά με ένα οξύ σχηματίζεται άλας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάση < αρχαία ελληνική βάσις < βαίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷem-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βάση | βάσεις |
| Γενική | βάσης | βάσεων |
| Αιτιατική | βάση | βάσεις |
| Κλητική | βάση | βάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →