δυνάμει
•
- δυνητικά Βικιλεξικό
- κάθε περαστικός είναι δυνάμει πελάτης
- με βάση κάτι, επί τη βάσει, σύμφωνα με κάτι Βικιλεξικό
- δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 4...
Ετυμολογία
δυνάμει < καθαρεύουσα < αρχαία ελληνική δυνάμει, δοτική ενικού του δύναμις → δείτε τη λέξη δύναμη (δυνατότητα) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →