βίλα
•
- πολυτελής κατοικία, συνήθως παράκτια ή στην εξοχή, με πολλά δωμάτια, αλλά όχι απαραίτητα μεγάλη έκταση Βικιλεξικό
- Αυτή ήταν η κυρία Νίτσα, μητέρα Μενελάου, ιδιοκτήτρια βίλας με κοτέτσι. Μαλλί κόκαλο από τη λακ, δαντελένιο ταγέρ μαύρο, καρφίτσα στο πέτο, καλσόν με ραφή -για μεγαλύτερη επισημότητα- και παντούφλα λουστρίνι- για μεγαλύτερη άνεση (Μαίρη Κόντζογλου, Περπάτα με τον άγγελό σου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Ετυμολογία
βίλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική villa < λατινική villa < *vicula, υποκοριστικό του vicus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wéyḱs (χωριό) (συγγενές με την αρχαία ελληνική οἶκος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βίλα | βίλες |
| Γενική | βίλας | βιλών |
| Αιτιατική | βίλα | βίλες |
| Κλητική | βίλα | βίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →