βίωμα
•
- εμπειρία που αποκτά κάποιος όταν έχει ζήσει ένα σημαντικό ή καθοριστικό γεγονός προσωπικά Βικιλεξικό
- θρησκευτικό βίωμα, τραυματικό βίωμα, συλλογικό βίωμα (π.χ. της ελληνικής φυλής)
- ο καθένας κρίνει με τα βιώματά του (ανάλογα με τις εμπειρίες του)
- του έχει γίνει βίωμα (έντονη κατάσταση, βαθιά γνώση αρνητική ή θετική)
Ετυμολογία
βίωμα < βιώνω + -μα < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Εrlebnis
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βίωμα | βιώματα |
| Γενική | βιώματος | βιωμάτων |
| Αιτιατική | βίωμα | βιώματα |
| Κλητική | βίωμα | βιώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →