βιωματικός
•
- που αναφέρεται στα βιώματα ή που προϋποθέτει τη βίωση κάποιων εμπειριών Βικιλεξικό
- Σε ένα βιωματικό σεμινάριο οι εκπαιδευτικοί επιμορφώνονται αναλαμβάνοντας οι ίδιοι τους ρόλους τους οποίους θα αναθέσουν στους μαθητές τους
Ετυμολογία
βιωματικός < (βίωμα) βιωματ- + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιωματικός | βιωματική | βιωματικό |
| Γενική | βιωματικού | βιωματικής | βιωματικού |
| Αιτιατική | βιωματικό | βιωματική | βιωματικό |
| Κλητική | βιωματικέ | βιωματική | βιωματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιωματικοί | βιωματικές | βιωματικά |
| Γενική | βιωματικών | βιωματικών | βιωματικών |
| Αιτιατική | βιωματικούς | βιωματικές | βιωματικά |
| Κλητική | βιωματικοί | βιωματικές | βιωματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →