Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιωματικός

/vi.o.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στα βιώματα ή που προϋποθέτει τη βίωση κάποιων εμπειριών Βικιλεξικό
    • Σε ένα βιωματικό σεμινάριο οι εκπαιδευτικοί επιμορφώνονται αναλαμβάνοντας οι ίδιοι τους ρόλους τους οποίους θα αναθέσουν στους μαθητές τους

Ετυμολογία

βιωματικός < (βίωμα) βιωματ- + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιωματικόςβιωματικήβιωματικό
Γενικήβιωματικούβιωματικήςβιωματικού
Αιτιατικήβιωματικόβιωματικήβιωματικό
Κλητικήβιωματικέβιωματικήβιωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιωματικοίβιωματικέςβιωματικά
Γενικήβιωματικώνβιωματικώνβιωματικών
Αιτιατικήβιωματικούςβιωματικέςβιωματικά
Κλητικήβιωματικοίβιωματικέςβιωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →