βαθμολόγηση
•
- η αξιολόγηση με βαθμούς και η ένταξη σε μια κλίμακα ανάλογα με τους βαθμούς που έχουν αποδοθεί Βικιλεξικό
- η ειδική σήμανση με βαθμούς ενός αντικειμένου, ώστε να χρησιμοποιείται σε μετρήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαθμολόγηση < (βαθμολογώ) βαθμ(ός) + -ο- + -λόγηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαθμολόγηση | βαθμολογήσεις |
| Γενική | βαθμολόγησης | βαθμολογήσεων |
| Αιτιατική | βαθμολόγηση | βαθμολογήσεις |
| Κλητική | βαθμολόγηση | βαθμολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →