Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαλμάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαβοσκός ή εκτροφέας μεγάλων ζώων (αλόγων, μουλαριών, βοδιών κ.λπ.)· ιπποφορβός, ζωέμπορος Βικιλεξικό
  2. εκμισθωτής (μεγάλων) ζώων για αλώνισμα Βικιλεξικό
    • Κάπου βροντάει μια τουφεκιά ή κυνηγού ή δραγάτη, | και κάπου κάπου ο αντίλαλος βραχνό τραγούδι φέρνει | του αλογολάτη, του βαλμά, οπού γυρνάει κ' εκείνος.
  3. πτηνόγκιόνης Βικιλεξικό
    • Ο βαλμάς σήμερα είναι πουλί, ούτε μεγαλύτερο ούτε μικρότερο από κότσυφα, αλλά στα παλιά χρόνια ήτον άνθρωπος και φύλαγε άλογα στο λιβάδι.

Ετυμολογία

βαλμάς < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαλμάςβαλμάδες
Γενικήβαλμάβαλμάδων
Αιτιατικήβαλμάβαλμάδες
Κλητικήβαλμάβαλμάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →