βαλμάς
•
- επάγγελμαβοσκός ή εκτροφέας μεγάλων ζώων (αλόγων, μουλαριών, βοδιών κ.λπ.)· ιπποφορβός, ζωέμπορος Βικιλεξικό
- εκμισθωτής (μεγάλων) ζώων για αλώνισμα Βικιλεξικό
- Κάπου βροντάει μια τουφεκιά ή κυνηγού ή δραγάτη, | και κάπου κάπου ο αντίλαλος βραχνό τραγούδι φέρνει | του αλογολάτη, του βαλμά, οπού γυρνάει κ' εκείνος.
- πτηνόγκιόνης Βικιλεξικό
- Ο βαλμάς σήμερα είναι πουλί, ούτε μεγαλύτερο ούτε μικρότερο από κότσυφα, αλλά στα παλιά χρόνια ήτον άνθρωπος και φύλαγε άλογα στο λιβάδι.
Ετυμολογία
βαλμάς < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαλμάς | βαλμάδες |
| Γενική | βαλμά | βαλμάδων |
| Αιτιατική | βαλμά | βαλμάδες |
| Κλητική | βαλμά | βαλμάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →