βαπόρι
•
- μέσο μεταφορώντο ατμόπλοιο, γενικά το μηχανοκίνητο πλοίο (όχι ιστιοφόρο) Βικιλεξικό
- Απάνω στο κατάστρωμα του βαποριού, ακουμπισμένοι στο πρυμιό παραπέτο, ο Αντώνης με τον Κωνσταντή αγναντεύουν τη γαλάζια απεραντοσύνη, που ξανοίγεται μπροστά στα μάτια τους. (Τάκης Αδάμος Καφεζυθεστιατόριον «Η Μεγάλη Ελλάς» [διήγημα] στο βιβλίο Για μια άσπρη μέρα: διηγήματα, 1981)
- Ἀκόμη καί τά μάτια τους ἦταν σκεπασμένα μέ μαῦρα λάδια. Αὐτή εἶναι ἡ ζωή μας, εἶπε ὁ ἕνας θερμαστής, ὁ Ἰσίδωρος. Ἐγὼ ἔχω εἴκοσι χρόνια στὸ στόκολο. Καὶ τώρα, στὶς μηχανὲς μὲ τὰ λάδια, πάει καλά. Νὰ σ' ἔβλεπα τότες ποὺ τὰ βαπόρια δουλεῦαν μὲ κάρβουνο! Αὐτὴ εἶναι ἡ ζωή μᾶς, εἶπε σὰν ἠχὼ ὁ ἄλλος Καλυμνιός θερμαστής (Ηλίας Βενέζης, Ωκεανός, 1981, σελ. 141)
Ετυμολογία
βαπόρι < (άμεσο δάνειο) ιταλική nave a vapore (ατμοκίνητο πλοίο, ατμόπλοιο), vapore < λατινική vapor (καπνός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kwep (βρασμός, καπνός, κάπνισμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαπόρι | βαπόρια |
| Γενική | βαποριού | βαποριών |
| Αιτιατική | βαπόρι | βαπόρια |
| Κλητική | βαπόρι | βαπόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →