Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρυπενθής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου πενθεί βαριά, που έχει βαρύ πένθος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαρυπενθής < αρχαία ελληνική βαρυπενθής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρυπενθήςβαρυπενθήςβαρυπενθές
Γενικήβαρυπενθούςβαρυπενθούςβαρυπενθούς
Αιτιατικήβαρυπενθήβαρυπενθήβαρυπενθές
Κλητικήβαρυπενθή / βαρυπενθήςβαρυπενθήςβαρυπενθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρυπενθείςβαρυπενθείςβαρυπενθή
Γενικήβαρυπενθώνβαρυπενθώνβαρυπενθών
Αιτιατικήβαρυπενθείςβαρυπενθείςβαρυπενθή
Κλητικήβαρυπενθείςβαρυπενθείςβαρυπενθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →