βαρυπενθώ
•
- έχω βαρύ πένθος, πενθώ βαριά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαρυπενθώ < μεσαιωνική ελληνική βαρυπενθώ < αρχαία ελληνική βαρυπενθής < βαρύς + πένθος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαρυπενθώ | βαρυπενθείς | βαρυπενθεί | βαρυπενθούμε | βαρυπενθείτε | βαρυπενθούν / βαρυπενθούνε |
| Παρατατικός | βαρυπενθούσα | βαρυπενθούσες | βαρυπενθούσε | βαρυπενθούσαμε | βαρυπενθούσατε | βαρυπενθούσαν / βαρυπενθούσανε |
| Αόριστος | βαρυπένθησα | βαρυπένθησες | βαρυπένθησε | βαρυπενθήσαμε | βαρυπενθήσατε | βαρυπένθησαν / βαρυπενθήσαν / βαρυπενθήσανε |
| Μέλλοντας | θα βαρυπενθήσω / θα βαρυπενθώ | θα βαρυπενθήσεις / θα βαρυπενθείς | θα βαρυπενθήσει / θα βαρυπενθεί | θα βαρυπενθήσουμε / θα βαρυπενθούμε | θα βαρυπενθήσετε / θα βαρυπενθείτε | θα βαρυπενθήσουν / θα βαρυπενθήσουνε / θα βαρυπενθούν / θα βαρυπενθούνε |
| Παρακείμενος | έχω βαρυπενθήσει | έχεις βαρυπενθήσει | έχει βαρυπενθήσει | έχουμε βαρυπενθήσει | έχετε βαρυπενθήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαρυπενθήσει | είχες βαρυπενθήσει | είχε βαρυπενθήσει | είχαμε βαρυπενθήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βαρυπενθήσει / να βαρυπενθήσω / να βαρυπενθώ | να έχεις βαρυπενθήσει / να βαρυπενθήσεις / να βαρυπενθείς | να έχει βαρυπενθήσει / να βαρυπενθήσει / να βαρυπενθεί | να έχουμε βαρυπενθήσει / να βαρυπενθήσουμε / να βαρυπενθούμε | να έχετε βαρυπενθήσει / να βαρυπενθήσετε / να βαρυπενθείτε | να βαρυπενθήσουν / να βαρυπενθήσουνε / να βαρυπενθούν / να βαρυπενθούνε |
| Προστακτική | — | βαρυπένθει / βαρυπένθησε | — | — | βαρυπενθήστε / βαρυπενθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →