βασίλεμα
•
- δύση Βικιλεξικό
- Μην ανάψεις φωτιά ύστερα από το βασίλεμα και μας βρει καμιά συμφορά. (⌘ Στρατής Τσίρκας, Ακυβέρνητες πολιτείες - Αριάγνη, [μυθιστόρημα], 1962)
- Tου ήλιου στο βασίλεμα της πέμτης της ημέρας
- το άλογο εγονάτισε και πέφτει αποθαμμένο,
- και άψυχος τού κείτεται απάνου ο καβελάρης,
- και άγρια πουλιά μαζώχτηκαν να φάνε τα κορμιά τους.
Ετυμολογία
βασίλεμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βασίλεμα < βασίλευμα(ν) < αρχαία ελληνική βασιλεύω < βασιλεύς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βασίλεμα | βασιλέματα |
| Γενική | βασιλέματος | βασιλεμάτων |
| Αιτιατική | βασίλεμα | βασιλέματα |
| Κλητική | βασίλεμα | βασιλέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →