βαστάω
•
- κρατώ, στηρίζω Βικιλεξικό
- τον βάσταγε από το χέρι
- συγκρατώ Βικιλεξικό
- τον βαστάγανε τρεις να μην ορμήξει στον αντίπαλό του
- αντέχω ψυχικά Βικιλεξικό
- δε βάσταξε άλλο και ξέσπασε σε κλάματα
- διαρκώ, κρατάω Βικιλεξικό
- Πόσες μέρες, πόσες νύχτες βάσταξε η αρρώστια του Φραγκίσκου; (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
Ετυμολογία
βαστάω < βαστ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βαστῶ < αρχαία ελληνική βαστάζω με μεταπλασμό σε -ω με βάση το συνοπτικό θέμα βαστασ- (κατά το σχήμα πεινάω πεινασ- > πεινῶ)
Άλλοι τύποι
βάσταγαβάσταξαβάστηξαβαστάχτηκαβαστήχτηκαβασταγμένοςβαστηγμένοςβαστιέμαιβαστούσαβαστώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →