Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαστάω

/vaˈsta.o/ρήμα
•
  1. κρατώ, στηρίζω Βικιλεξικό
    • τον βάσταγε από το χέρι
  2. συγκρατώ Βικιλεξικό
    • τον βαστάγανε τρεις να μην ορμήξει στον αντίπαλό του
  3. αντέχω ψυχικά Βικιλεξικό
    • δε βάσταξε άλλο και ξέσπασε σε κλάματα
  4. διαρκώ, κρατάω Βικιλεξικό
    • Πόσες μέρες, πόσες νύχτες βάσταξε η αρρώστια του Φραγκίσκου; (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)

Ετυμολογία

βαστάω < βαστ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βαστῶ < αρχαία ελληνική βαστάζω με μεταπλασμό σε -ω με βάση το συνοπτικό θέμα βαστασ- (κατά το σχήμα πεινάω πεινασ- > πεινῶ)

Άλλοι τύποι

βάσταγαβάσταξαβάστηξαβαστάχτηκαβαστήχτηκαβασταγμένοςβαστηγμένοςβαστιέμαιβαστούσαβαστώ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →