βεβαιώνω
•
- δηλώνω την αλήθεια μιας πρότασης Βικιλεξικό
- η αρμόδια υπηρεσία του δήμου με επίσημο έγγραφο βεβαιώνει ότι ο Χ είναι κάτοικος Αθηνών
- διαβεβαιώνω κάποιον Βικιλεξικό
- διαπιστώνω με επίσημο τρόπο Βικιλεξικό
- η Δημοτική Αστυνομία βεβαίωσε πολλές παραβάσεις σχετικές με παράνομη στάθμευση
Ετυμολογία
βεβαιώνω < αρχαία ελληνική βεβαιῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βεβαιώνω | βεβαιώνεις | βεβαιώνει | βεβαιώνουμε | βεβαιώνετε | βεβαιώνουν / βεβαιώνουνε |
| Παρατατικός | βεβαίωνα | βεβαίωνες | βεβαίωνε | βεβαιώναμε | βεβαιώνατε | βεβαίωναν / βεβαιώναν / βεβαιώνανε |
| Αόριστος | βεβαίωσα | βεβαίωσες | βεβαίωσε | βεβαιώσαμε | βεβαιώσατε | βεβαίωσαν / βεβαιώσαν / βεβαιώσανε |
| Μέλλοντας | θα βεβαιώνω / θα βεβαιώσω | θα βεβαιώνεις / θα βεβαιώσεις | θα βεβαιώνει / θα βεβαιώσει | θα βεβαιώνουμε / θα βεβαιώσουμε | θα βεβαιώνετε / θα βεβαιώσετε | θα βεβαιώνουν / θα βεβαιώνουνε / θα βεβαιώσουν / θα βεβαιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βεβαιώσει | έχεις βεβαιώσει | έχει βεβαιώσει | έχουμε βεβαιώσει | έχετε βεβαιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βεβαιώσει | είχες βεβαιώσει | είχε βεβαιώσει | είχαμε βεβαιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βεβαιώσει / να βεβαιώνω / να βεβαιώσω | να έχεις βεβαιώσει / να βεβαιώνεις / να βεβαιώσεις | να έχει βεβαιώσει / να βεβαιώνει / να βεβαιώσει | να έχουμε βεβαιώσει / να βεβαιώνουμε / να βεβαιώσουμε | να έχετε βεβαιώσει / να βεβαιώνετε / να βεβαιώσετε | να βεβαιώνουν / να βεβαιώνουνε / να βεβαιώσουν / να βεβαιώσουνε |
| Προστακτική | — | βεβαίωνε / βεβαίωσε | — | — | βεβαιώνετε / βεβαιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →