Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βεβαιώνω

ρήμα
•
  1. δηλώνω την αλήθεια μιας πρότασης Βικιλεξικό
    • η αρμόδια υπηρεσία του δήμου με επίσημο έγγραφο βεβαιώνει ότι ο Χ είναι κάτοικος Αθηνών
  2. διαβεβαιώνω κάποιον Βικιλεξικό
  3. διαπιστώνω με επίσημο τρόπο Βικιλεξικό
    • η Δημοτική Αστυνομία βεβαίωσε πολλές παραβάσεις σχετικές με παράνομη στάθμευση

Ετυμολογία

βεβαιώνω < αρχαία ελληνική βεβαιῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβεβαιώνωβεβαιώνειςβεβαιώνειβεβαιώνουμεβεβαιώνετεβεβαιώνουν / βεβαιώνουνε
Παρατατικόςβεβαίωναβεβαίωνεςβεβαίωνεβεβαιώναμεβεβαιώνατεβεβαίωναν / βεβαιώναν / βεβαιώνανε
Αόριστοςβεβαίωσαβεβαίωσεςβεβαίωσεβεβαιώσαμεβεβαιώσατεβεβαίωσαν / βεβαιώσαν / βεβαιώσανε
Μέλλονταςθα βεβαιώνω / θα βεβαιώσωθα βεβαιώνεις / θα βεβαιώσειςθα βεβαιώνει / θα βεβαιώσειθα βεβαιώνουμε / θα βεβαιώσουμεθα βεβαιώνετε / θα βεβαιώσετεθα βεβαιώνουν / θα βεβαιώνουνε / θα βεβαιώσουν / θα βεβαιώσουνε
Παρακείμενοςέχω βεβαιώσειέχεις βεβαιώσειέχει βεβαιώσειέχουμε βεβαιώσειέχετε βεβαιώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βεβαιώσειείχες βεβαιώσειείχε βεβαιώσειείχαμε βεβαιώσει——
Υποτακτικήνα έχω βεβαιώσει / να βεβαιώνω / να βεβαιώσωνα έχεις βεβαιώσει / να βεβαιώνεις / να βεβαιώσειςνα έχει βεβαιώσει / να βεβαιώνει / να βεβαιώσεινα έχουμε βεβαιώσει / να βεβαιώνουμε / να βεβαιώσουμενα έχετε βεβαιώσει / να βεβαιώνετε / να βεβαιώσετενα βεβαιώνουν / να βεβαιώνουνε / να βεβαιώσουν / να βεβαιώσουνε
Προστακτική—βεβαίωνε / βεβαίωσε——βεβαιώνετε / βεβαιώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →