βιάζω
•
- εξαναγκάζω άλλο άτομο σε σεξουαλική πράξη, διαπράττω βιασμό Βικιλεξικό
- Και υπάρχουν άλλες στιγμές ανάπαυλας, για να φτάσουμε σε μια ανελέητη μικροσκόπηση μιας σπουδής, όπως, π.χ., όταν η Ηλέκτρα ενδίδει φαινομενικά στην επιθυμία ενός στρατιώτη να τη βιάσει), και τον αναγκάζει, μέσα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να γδυθεί μπροστά στα μάτια της (και της κάμερας), (Ειρήνη Σταθή, Αχιλλέας Κυριακίδης, Θόδωρος Αγγελόπουλος, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 95)
- υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του Βικιλεξικό
- πιέζω κάποιον να κάνει κάτι ή να επισπεύσει κάτι, να κάνει πιο γρήγορα, να βιαστεί Βικιλεξικό
- Κάνε με την ησυχία σου, δεν σε βιάζει κανείς.
- Βιάσου να μη νυχτώσεις, γιατί θα φύγουνε. (⌘ Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
- Σε μια τέτοια στιγμή, αναδύθηκε ξαφνικά απ’ το σκοτάδι το πρόσωπο της Μάρμως, όπως του ψιθύριζε στο σταθμό με δειλή φωνή: «Κίτσο, θάμαι, θάμαι… τώρα εγώ η μητέρα σου…». Έβιασε τον εαυτό του να διώξει από μπρος του τη μορφή της, μα εκείνη τον ακολούθησε για κάμποσα ακόμη λεπτά: «Κίτσο… ήθελα από χτες να σου πω… θάμαι, θάμαι τώρα εγώ η μητέρα σου…». (Τάσος Αθανασιάδης, Οι Πανθέοι [μυθιστόρημα])
- στο γ' πρόσωπογια κάτι που είναι επείγον Βικιλεξικό
- Η υπόθεση βιάζει πολύ.
Ετυμολογία
βιάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βιάζω (ασκώ βία) < βία
Άλλοι τύποι
βίαζαβιασμένοςβιάσωβιάστηκαβιάζομαιβίασαέβιαζαέβιασαβεβιασμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →