βιβλιοπωλικός
•
- σχετικός με τους βιβλιοπώλες ή τα βιβιβλιοπωλεία Βικιλεξικό
- Οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για τις νέες βιβλιοπωλικές επιχειρήσεις. (*)
Ετυμολογία
βιβλιοπωλικός < βιβλιοπώλης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιβλιοπωλικός | βιβλιοπωλική / βιβλιοπωλικική | βιβλιοπωλικικό / βιβλιοπωλικό |
| Γενική | βιβλιοπωλικού | βιβλιοπωλικής | βιβλιοπωλικού |
| Αιτιατική | βιβλιοπωλικό | βιβλιοπωλική | βιβλιοπωλικό |
| Κλητική | βιβλιοπωλικέ | βιβλιοπωλική | βιβλιοπωλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιβλιοπωλικοί | βιβλιοπωλικές | βιβλιοπωλικά |
| Γενική | βιβλιοπωλικών | βιβλιοπωλικών | βιβλιοπωλικών |
| Αιτιατική | βιβλιοπωλικούς | βιβλιοπωλικές | βιβλιοπωλικά |
| Κλητική | βιβλιοπωλικοί | βιβλιοπωλικές | βιβλιοπωλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →