Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιοαποδομήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςο βιοδιασπώμενος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιοαποδομήσιμος < βιο- + αποδομήσιμος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική biodegradable)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιοαποδομήσιμοςβιοαποδομήσιμηβιοαποδομήσιμο
Γενικήβιοαποδομήσιμουβιοαποδομήσιμηςβιοαποδομήσιμου
Αιτιατικήβιοαποδομήσιμοβιοαποδομήσιμηβιοαποδομήσιμο
Κλητικήβιοαποδομήσιμεβιοαποδομήσιμηβιοαποδομήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιοαποδομήσιμοιβιοαποδομήσιμεςβιοαποδομήσιμα
Γενικήβιοαποδομήσιμωνβιοαποδομήσιμωνβιοαποδομήσιμων
Αιτιατικήβιοαποδομήσιμουςβιοαποδομήσιμεςβιοαποδομήσιμα
Κλητικήβιοαποδομήσιμοιβιοαποδομήσιμεςβιοαποδομήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →