Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιοπορίζομαι

ρήμα
•
  1. εξασφαλίζω τα απαραίτητα προς το ζην με την προσωπική μου εργασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιοπορίζομαι < βιο- + πορίζομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβιοπορίζομαιβιοπορίζεσαιβιοπορίζεταιβιοποριζόμαστεβιοπορίζεστεβιοπορίζονται
Παρατατικόςβιοποριζόμουν / βιοποριζόμουναβιοποριζόσουν / βιοποριζόσουναβιοποριζόταν / βιοποριζότανεβιοποριζόμασταν / βιοποριζόμαστεβιοποριζόσασταν / βιοποριζόσαστεβιοπορίζονταν / βιοποριζόντουσαν
Αόριστοςβιοπορίστηκαβιοπορίστηκεςβιοπορίστηκεβιοποριστήκαμεβιοποριστήκατεβιοπορίστηκαν / βιοποριστήκαν / βιοποριστήκανε
Μέλλονταςθα βιοπορίζομαι / θα βιοποριστώθα βιοπορίζεσαι / θα βιοποριστείςθα βιοπορίζεται / θα βιοποριστείθα βιοποριζόμαστε / θα βιοποριστούμεθα βιοπορίζεστε / θα βιοποριστείτεθα βιοπορίζονται / θα βιοποριστούν / θα βιοποριστούνε
Παρακείμενοςέχω βιοποριστείέχεις βιοποριστείέχει βιοποριστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα βιοποριστείείχες βιοποριστείείχε βιοποριστεί———
Υποτακτικήνα έχω βιοποριστεί / να βιοπορίζομαι / να βιοποριστώνα έχεις βιοποριστεί / να βιοπορίζεσαι / να βιοποριστείςνα έχει βιοποριστεί / να βιοπορίζεται / να βιοποριστείνα βιοποριζόμαστε / να βιοποριστούμενα βιοπορίζεστε / να βιοποριστείτενα βιοπορίζονται / να βιοποριστούν / να βιοποριστούνε
Προστακτική—βιοπορίζου / βιοπορίσου——βιοπορίζεστε / βιοποριστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →