βιοπορίζομαι
•
- εξασφαλίζω τα απαραίτητα προς το ζην με την προσωπική μου εργασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιοπορίζομαι < βιο- + πορίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βιοπορίζομαι | βιοπορίζεσαι | βιοπορίζεται | βιοποριζόμαστε | βιοπορίζεστε | βιοπορίζονται |
| Παρατατικός | βιοποριζόμουν / βιοποριζόμουνα | βιοποριζόσουν / βιοποριζόσουνα | βιοποριζόταν / βιοποριζότανε | βιοποριζόμασταν / βιοποριζόμαστε | βιοποριζόσασταν / βιοποριζόσαστε | βιοπορίζονταν / βιοποριζόντουσαν |
| Αόριστος | βιοπορίστηκα | βιοπορίστηκες | βιοπορίστηκε | βιοποριστήκαμε | βιοποριστήκατε | βιοπορίστηκαν / βιοποριστήκαν / βιοποριστήκανε |
| Μέλλοντας | θα βιοπορίζομαι / θα βιοποριστώ | θα βιοπορίζεσαι / θα βιοποριστείς | θα βιοπορίζεται / θα βιοποριστεί | θα βιοποριζόμαστε / θα βιοποριστούμε | θα βιοπορίζεστε / θα βιοποριστείτε | θα βιοπορίζονται / θα βιοποριστούν / θα βιοποριστούνε |
| Παρακείμενος | έχω βιοποριστεί | έχεις βιοποριστεί | έχει βιοποριστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βιοποριστεί | είχες βιοποριστεί | είχε βιοποριστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βιοποριστεί / να βιοπορίζομαι / να βιοποριστώ | να έχεις βιοποριστεί / να βιοπορίζεσαι / να βιοποριστείς | να έχει βιοποριστεί / να βιοπορίζεται / να βιοποριστεί | να βιοποριζόμαστε / να βιοποριστούμε | να βιοπορίζεστε / να βιοποριστείτε | να βιοπορίζονται / να βιοποριστούν / να βιοποριστούνε |
| Προστακτική | — | βιοπορίζου / βιοπορίσου | — | — | βιοπορίζεστε / βιοποριστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →