Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιοποριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον βιοπορισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό
    • Ὁ κατώτερος Κλῆρος συνέχιζε τό βιοποριστικό του ἐπάγγελμα, χωρίς νά πολυεμβαθύνει στά θεολογικά. Κι ὁ λαουτζίκος, ἀνάλογα μῆκος, πλάτος, νοοτροπία, ψυχοσύνθεση καί καλλιέργεια, εἴτε παραδεχόταν ἄκριτα τό δεδομένο Θεό, εἴτε τόν ἀμφισβητοῦσε κρυφά μέσ ̓ τήν κλονισμένη του ψυχή, εἴτε ἀπαιτοῦσε τήν ἀναπροσαρμογή Του σέ πνευματικότερα δεδομένα (Μ. Καραγάτσης, Σέργιος και Βάκχος, Τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1982, σελ. 268)

Ετυμολογία

βιοποριστικός < μεσαιωνική ελληνική βιοποριστικός < βίος + πορίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιοποριστικόςβιοποριστικήβιοποριστικό
Γενικήβιοποριστικούβιοποριστικήςβιοποριστικού
Αιτιατικήβιοποριστικόβιοποριστικήβιοποριστικό
Κλητικήβιοποριστικέβιοποριστικήβιοποριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιοποριστικοίβιοποριστικέςβιοποριστικά
Γενικήβιοποριστικώνβιοποριστικώνβιοποριστικών
Αιτιατικήβιοποριστικούςβιοποριστικέςβιοποριστικά
Κλητικήβιοποριστικοίβιοποριστικέςβιοποριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →