Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλεννορροϊκός

/vle.no.ɾo.iˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την βλεννόρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βλεννορροϊκός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική blennorrhéique < blennorrhée < αρχαία ελληνική βλέννα, βλεννο- + -ρροϊκός (ῥέω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβλεννορροϊκόςβλεννορροϊκήβλεννορροϊκό
Γενικήβλεννορροϊκούβλεννορροϊκήςβλεννορροϊκού
Αιτιατικήβλεννορροϊκόβλεννορροϊκήβλεννορροϊκό
Κλητικήβλεννορροϊκέβλεννορροϊκήβλεννορροϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβλεννορροϊκοίβλεννορροϊκέςβλεννορροϊκά
Γενικήβλεννορροϊκώνβλεννορροϊκώνβλεννορροϊκών
Αιτιατικήβλεννορροϊκούςβλεννορροϊκέςβλεννορροϊκά
Κλητικήβλεννορροϊκοίβλεννορροϊκέςβλεννορροϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →