βλάχος
•
- που εκτός από τη μητρική του γλώσσα (π.χ. ελληνικά) μιλάει και τη βλάχικη Βικιλεξικό
- που ασχολείται με τη ποιμενική εργασία Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπαρχιώτης Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν έχει αποκτήσει τους τρόπους, τη νοοτροπία και την προφορά των κατοίκων της πρωτεύουσας Βικιλεξικό
- ψάριείδος ψαριού (Polyprion americanum - Πολυπρίων ο αμερικανός), συγγενές του ροφού, της σφυρίδας και της στήρας, ανήκει στην οικογένεια των σερανιδών Βικιλεξικό
- για το εθνικό όνομα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλάχος → δείτε τη λέξη Βλάχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλάχος | βλάχοι |
| Γενική | βλάχου | βλάχων |
| Αιτιατική | βλάχο | βλάχους |
| Κλητική | βλάχο | βλάχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →