Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ροή

/ɾoˈi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. για υγράη κίνηση προς μια κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει Βικιλεξικό
  2. φυσικήη συνεχής κίνηση (συνήθως υγρού) προς κάποια κατεύθυνση Βικιλεξικό
    • Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
  3. γενικότεραη σειρά στοιχείων που το ένα κινείται ή εναλλάσσεται συνεχώς με το άλλο Βικιλεξικό
    • Στην αφηγηματική και διαδραστική ροή της θεματολογίας του πάρκου εντάσσεται και ο αδόμητος περιβάλλων χώρος του. (Ξένη Αραπογιάννη, Ολυμπία: η κοιτίδα των Ολυμπιακών Αγώνων, εκδ. Μίλητος, 2003, σελ. 155)
  4. η συνεχής ομιλία και μετάδοση του λόγου Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάη συνεχής αλλαγή μιας κατάστασης, η πορεία, η συνέχεια Βικιλεξικό
  6. βιομηχανίαη εργασία που γίνεται σε μια κυλιόμενη επιφάνεια και κατά την οποία κάθε εργάτης συμπληρώνει διαδοχικά τη δουλειά του προηγούμενου μέχρι να ολοκληρωθεί το προϊόν Βικιλεξικό
  7. πληροφορικήflow: η σειρά με την οποία εκτελούνται τα διάφορα τμήματα ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή Βικιλεξικό
  8. πληροφορικήstream: τα δεδομένα που αποστέλλονται ή λαμβάνονται στη σειρά (σειριακά), όπως σε αποθηκευτικό μέσο (πχ. σκληρός δίσκος), σε δικτυακή επικοινωνία, κλπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ροή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥοή : για την συνεχή παροχή < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική flow : για τη βιομηχανία < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Fliessbandarbeit

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήροήροές
Γενικήροήςροών
Αιτιατικήροήροές
Κλητικήροήροές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →