βογκάω
•
- κυριολεκτικάβγάζω δυνατή και άναρθρη κραυγή που προέρχεται μάλλον από δυσάρεστα αισθήματα, κυρίως πόνο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαράγω ήχο όμοιο με βογκητό Βικιλεξικό
- 1943 - ⌘ Ο Άγγελος Σικελιανός απαγγέλλει το ποίημα του «Ηχήστε οι σάλπιγγες» στην κηδεία του Παλαμά
Ετυμολογία
βογκάω < βογκ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γογγῶ με ορθογραφική απλοποίηση) < ελληνιστική κοινή γογγ(ύζω) + -ῶ < (ηχομιμητική λέξη) :* Χωρίς απλοποίηση, η ετυμολογική γραφή βογγάω/βογγώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βογκάω / βογκώ | βογκάς | βογκά / βογκάει | βογκάμε / βογκούμε | βογκάτε | βογκάν / βογκάνε / βογκούν / βογκούνε |
| Παρατατικός | βογκούσα / βόγκαγα | βογκούσες / βόγκαγες | βογκούσε / βόγκαγε | βογκάγαμε / βογκούσαμε | βογκάγατε / βογκούσατε | βογκάγανε / βογκούσαν / βογκούσανε / βόγκαγαν |
| Αόριστος | βόγκησα | βόγκησες | βόγκησε | βογκήσαμε | βογκήσατε | βογκήσαν / βόγκησαν |
| Μέλλοντας | θα βογκάω / θα βογκήσω / θα βογκώ | θα βογκάς / θα βογκήσεις | θα βογκά / θα βογκάει / θα βογκήσει | θα βογκάμε / θα βογκήσουμε / θα βογκούμε | θα βογκάτε / θα βογκήσετε | θα βογκάν / θα βογκάνε / θα βογκούν / θα βογκούνε |
| Υποτακτική | να βογκάω / να βογκήσω / να βογκώ | να βογκάς / να βογκήσεις | να βογκά / να βογκάει / να βογκήσει | να βογκάμε / να βογκήσουμε / να βογκούμε | να βογκάτε / να βογκήσετε | να βογκάν / να βογκάνε / να βογκούν / να βογκούνε |
| Προστακτική | — | βόγκα / βόγκαγε / βόγκησε | — | — | βογκάτε / βογκήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →