γογγύζω
•
- εκφράζω παράπονο, αγανάκτηση ή δυσφορία (ενίοτε και με λαρυγγισμούς) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γογγύζω < (ελληνιστική κοινή) < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γογγύζω | γογγύζεις | γογγύζει | γογγύζουμε | γογγύζετε | γογγύζουν / γογγύζουνε |
| Παρατατικός | γόγγυζα | γόγγυζες | γόγγυζε | γογγύζαμε | γογγύζατε | γογγύζαν / γογγύζανε / γόγγυζαν |
| Αόριστος | γόγγυσα | γόγγυσες | γόγγυσε | γογγύσαμε | γογγύσατε | γογγύσαν / γογγύσανε / γόγγυσαν |
| Μέλλοντας | θα γογγύζω / θα γογγύσω | θα γογγύζεις / θα γογγύσεις | θα γογγύζει / θα γογγύσει | θα γογγύζουμε / θα γογγύσουμε | θα γογγύζετε / θα γογγύσετε | θα γογγύζουν / θα γογγύζουνε / θα γογγύσουν / θα γογγύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γογγύσει | έχεις γογγύσει | έχει γογγύσει | έχουμε γογγύσει | έχετε γογγύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γογγύσει | είχες γογγύσει | είχε γογγύσει | είχαμε γογγύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γογγύσει / να γογγύζω / να γογγύσω | να έχεις γογγύσει / να γογγύζεις / να γογγύσεις | να έχει γογγύσει / να γογγύζει / να γογγύσει | να έχουμε γογγύσει / να γογγύζουμε / να γογγύσουμε | να έχετε γογγύσει / να γογγύζετε / να γογγύσετε | να γογγύζουν / να γογγύζουνε / να γογγύσουν / να γογγύσουνε |
| Προστακτική | — | γόγγυζε / γόγγυσε | — | — | γογγύζετε / γογγύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →