Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βολίδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεταλλικό όργανο για βυθομετρήσεις Βικιλεξικό
  2. αντικείμενο που εισέρχεται φλεγόμενο και με μεγάλη ταχύτητα από το διάστημα στη γήινη ατμόσφαιρα Βικιλεξικό
  3. αντικείμενο που εκτοξεύεται από τον άνθρωπο στο διάστημα για ερευνητικούς σκοπούς Βικιλεξικό
    • Το αμερικανικό διαστημόπλοιο Pioneer Venus Multiprobe απελευθέρωσε τέσσερις βολίδες που διέσχισαν τα σύννεφα του πλανήτη Αφροδίτη
  4. βλήμα πυροβόλου όπλου Βικιλεξικό
    • Μία βολίδα βρήκε τη λαβή του όπλου και άλλη μία την κάννη. Αν δεν είχε εκεί το όπλο, θεωρείται βέβαιο ότι και οι δύο βολίδες θα είχαν καρφωθεί στην κοιλιά (Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 3 Αυγ. 2001)
  5. μεταφορικάγια κάτι που κινείται με μεγάλη ταχύτητα Βικιλεξικό
    • μας χαιρέτισε και έφυγε βολίδα
    • το καινούριο μου αυτοκίνητο πάει βολίδα (είναι πολύ γρήγορο)

Ετυμολογία

βολίδα < (ελληνιστική κοινή) βολίς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβολίδαβολίδες
Γενικήβολίδαςβολίδων
Αιτιατικήβολίδαβολίδες
Κλητικήβολίδαβολίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →