Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βολή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πραγματική ή εικονική ρίψη ή εκσφενδόνιση βλήματος στον πόλεμο, στο κυνήγι ή στην εξάσκηση σκοποβολής καθώς και κατά την δοκιμαστική χρήση βλητικών μηχανών ή και σε παιχνίδια (π.χ. στον υπολογιστή ή άλλες πλατφόρμες) Βικιλεξικό
  2. η άνεση, η βόλεψη Βικιλεξικό
  3. οι συνθήκες που επικρατούν και κάνουν εύκολη τη ζωή σε ένα μέρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βολή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βολή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβολήβολές
Γενικήβολήςβολών
Αιτιατικήβολήβολές
Κλητικήβολήβολές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →