βολή
•
- η πραγματική ή εικονική ρίψη ή εκσφενδόνιση βλήματος στον πόλεμο, στο κυνήγι ή στην εξάσκηση σκοποβολής καθώς και κατά την δοκιμαστική χρήση βλητικών μηχανών ή και σε παιχνίδια (π.χ. στον υπολογιστή ή άλλες πλατφόρμες) Βικιλεξικό
- η άνεση, η βόλεψη Βικιλεξικό
- οι συνθήκες που επικρατούν και κάνουν εύκολη τη ζωή σε ένα μέρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βολή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βολή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βολή | βολές |
| Γενική | βολής | βολών |
| Αιτιατική | βολή | βολές |
| Κλητική | βολή | βολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →