Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βούβαλος

/ˈvu.va.los/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάχαρακτηρισμός για άνθρωπο που είναι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάχαρακτηρισμός για άνθρωπο που είναι Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάχαρακτηρισμός για άνθρωπο που είναι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βούβαλος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βούβαλος (αφρικανική αντιλόπη)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβούβαλοςβούβαλοι
Γενικήβούβαλουβούβαλων
Αιτιατικήβούβαλοβούβαλους
Κλητικήβούβαλεβούβαλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →