βούβαλος
•
- μεταφορικάχαρακτηρισμός για άνθρωπο που είναι Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός για άνθρωπο που είναι Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός για άνθρωπο που είναι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βούβαλος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βούβαλος (αφρικανική αντιλόπη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βούβαλος | βούβαλοι |
| Γενική | βούβαλου | βούβαλων |
| Αιτιατική | βούβαλο | βούβαλους |
| Κλητική | βούβαλε | βούβαλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →