βούρκος
•
- νερά που είναι στάσιμα, βρόμικα και δύσοσμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάανηθικότητα, διαφθορά, ηθική κατάπτωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βούρκος < μεσαιωνική ελληνική βοῦρκος (ουδέτερο) < μεσαιωνική λατινική burca ή ελληνιστική κοινή βρύξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βούρκος | βούρκοι |
| Γενική | βούρκου | βούρκων |
| Αιτιατική | βούρκο | βούρκους |
| Κλητική | βούρκε | βούρκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →