Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρίζω

/ˈvɾi.zo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόεκτοξεύω εναντίον κάποιου βρισιές, λέξεις ή φράσεις επιθετικές, προσβλητικές, χυδαίες ή ασεβείς προς τα θεία Βικιλεξικό
    • Αυτός, όμως, ο αδιάφορος, ο θυμωμένος, ο αναποφάσιστος, ο ωχαδερφιστής, ο πολίτης, που αφήνει τους «άλλους» να αποφασίσουν γι’ αυτόν, σε λίγους μήνες από σήμερα θα ζητά από το Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη καλύτερους δρόμους, περισσότερες παροχές, κάθε είδους εξυπηρετήσεις, ίσως θα βρίζει, θα διαμαρτύρεται, θα λέει ότι είναι αδικημένος, θα κάνει κριτική. (Οι «ψεύτικες νίκες» και οι ηγέτες της αποχής, serreslife.gr, ανακτήθηκε στις 14/8/2025 https://www.serreslife.gr/%CE%B1%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%83/20863-%CE%BF%CE%B9-%C2%AB%CF%88%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82%C2%BB-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%B7%CE%B3%CE%AD%CF%84%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE%CF%82.html)
  2. αμετάβατοχρησιμοποιώ στο λόγο μου υβριστικές εκφράσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βρίζω < αρχαία ελληνική ὑβρίζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβρίζωβρίζειςβρίζειβρίζουμεβρίζετεβρίζουν / βρίζουνε
Παρατατικόςέβριζαέβριζεςέβριζεβρίζαμεβρίζατεέβριζαν / βρίζαν / βρίζανε
Αόριστοςέβρισαέβρισεςέβρισεβρίσαμεβρίσατεέβρισαν / βρίσαν / βρίσανε
Μέλλονταςθα βρίζω / θα βρίσωθα βρίζεις / θα βρίσειςθα βρίζει / θα βρίσειθα βρίζουμε / θα βρίσουμεθα βρίζετε / θα βρίσετεθα βρίζουν / θα βρίζουνε / θα βρίσουν / θα βρίσουνε
Παρακείμενοςέχω βρίσειέχεις βρίσειέχει βρίσει———
Υπερσυντέλικοςείχα βρίσειείχες βρίσειείχε βρίσει———
Υποτακτικήνα έχω βρίσει / να βρίζω / να βρίσωνα έχεις βρίσει / να βρίζεις / να βρίσειςνα έχει βρίσει / να βρίζει / να βρίσεινα βρίζουμε / να βρίσουμενα βρίζετε / να βρίσετενα βρίζουν / να βρίζουνε / να βρίσουν / να βρίσουνε
Προστακτική—βρίζε / βρίσε——βρίζετε / βρίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

βρίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →