βρισιά
•
- η προσβλητική λέξη ή η φράση εναντίον κάποιου Βικιλεξικό
- βρακί= το κάτω εσώρουχο τῆς γυναίκας εἰδικότερα, γιατί τοῦ ἄντρα λέγεται κυρίως σόβρακο. Σήμερα έχει ἀντικατασταθεῖ στήν κοινή χρήση από τήν κιλότα, τό κιλοτάκι καί τό σλιπ, ἀλλά ἔχει μείνει στίς παροιμιώδεις ἐκφράσεις καί στίς βρισιές. (Ε. Παπαζαχαρίου, Λεξικό της Ελληνικής αργκό επί τόπου καταγραφή, εκδ. Κάκτος, 1999)
- σπανιότεραη απρεπής λέξη ή η φράση εναντίον κάποιου Βικιλεξικό
- η βλαστήμια Βικιλεξικό
- μεταφορικά κατ’ επέκτασηη κατηγορία που δεν αποδέχεται κάποιος και την θεωρεί βαριά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρισιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὑβρισία με αποβολή του αρχικού φωνήεντος και συνίζηση < αρχαία ελληνική ὑβρίζω < ὕβρις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρισιά | βρισιές |
| Γενική | βρισιάς | βρισιών |
| Αιτιατική | βρισιά | βρισιές |
| Κλητική | βρισιά | βρισιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →