βραχύχρονος
•
- που γίνεται σε σύντομο χρόνο Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη συλλαβή που έχει βραχύχρονο φωνήεν Βικιλεξικό
- βραχύχρονη συλλαβή
Ετυμολογία
βραχύχρονος < βραχύ- + χρόν(ος) + κατάληξη επιθέτου -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βραχύχρονος | βραχύχρονη | βραχύχρονο |
| Γενική | βραχύχρονου | βραχύχρονης | βραχύχρονου |
| Αιτιατική | βραχύχρονο | βραχύχρονη | βραχύχρονο |
| Κλητική | βραχύχρονε | βραχύχρονη | βραχύχρονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βραχύχρονοι | βραχύχρονες | βραχύχρονα |
| Γενική | βραχύχρονων | βραχύχρονων | βραχύχρονων |
| Αιτιατική | βραχύχρονους | βραχύχρονες | βραχύχρονα |
| Κλητική | βραχύχρονοι | βραχύχρονες | βραχύχρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →