σύγχρονος
•
- της ίδιας χρονικής περιόδου ή ηλικίας Βικιλεξικό
- Ο Πλάτωνας ήταν σύγχρονος του Σωκράτη.
- ταυτόχρονος Βικιλεξικό
- που ανήκει ή αναφέρεται στην εποχή μας Βικιλεξικό
- Παιδιά-σκλάβοι στα σύγχρονα κάτεργα (τίτλος άρθρου στην εφημερίδα ΑΥΓΗ, 11 Ιουνίου 2011)
- που συμβαδίζει με το πνεύμα της εποχής μας και υιοθετεί τις αντιλήψεις και καινοτομίες της σε αντίθεση με αυτόν που παραμένει προσκολλημένος στο παρελθόν Βικιλεξικό
- Στα νέα μοντέλα αυτοκινήτων βρίσκει κανείς όλες τις σύγχρονες τεχνολογικές καινοτομίες.
- Πολλοί άνθρωποι δεν κατανοούν τη σύγχρονη τέχνη.
- πληροφορικήλειτουργία (πχ. συνάρτηση) σε υπολογιστή που εκτελείται όταν έχουν ολοκληρωθεί οι προηγούμενες λειτουργίες, δηλαδή σε συγκεκριμένη σειρά και όχι ταυτόχρονα (ασύγχρονα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύγχρονος < αρχαία ελληνική σύγχρονος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύγχρονος | σύγχρονη | σύγχρονο |
| Γενική | σύγχρονου | σύγχρονης | σύγχρονου |
| Αιτιατική | σύγχρονο | σύγχρονη | σύγχρονο |
| Κλητική | σύγχρονε | σύγχρονη | σύγχρονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύγχρονοι | σύγχρονες | σύγχρονα |
| Γενική | σύγχρονων | σύγχρονων | σύγχρονων |
| Αιτιατική | σύγχρονους | σύγχρονες | σύγχρονα |
| Κλητική | σύγχρονοι | σύγχρονες | σύγχρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →