βρομίζω
•
- μεταβατικόλερώνω, κάνω κάτι βρόμικο Βικιλεξικό
- αμετάβατολερώνομαι, γίνομαι βρόμικος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρομίζω < μεσαιωνική ελληνική βρομίζω → δείτε τη λέξη βρομώ για την ετυμολογία και την ορθογραφία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βρομίζω | βρομίζεις | βρομίζει | βρομίζουμε | βρομίζετε | βρομίζουν / βρομίζουνε |
| Παρατατικός | βρόμιζα | βρόμιζες | βρόμιζε | βρομίζαμε | βρομίζατε | βρομίζαν / βρομίζανε / βρόμιζαν |
| Αόριστος | βρόμισα | βρόμισες | βρόμισε | βρομίσαμε | βρομίσατε | βρομίσαν / βρομίσανε / βρόμισαν |
| Μέλλοντας | θα βρομίζω / θα βρομίσω | θα βρομίζεις / θα βρομίσεις | θα βρομίζει / θα βρομίσει | θα βρομίζουμε / θα βρομίσουμε | θα βρομίζετε / θα βρομίσετε | θα βρομίζουν / θα βρομίζουνε / θα βρομίσουν / θα βρομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βρομίσει | έχεις βρομίσει | έχει βρομίσει | έχουμε βρομίσει | έχετε βρομίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βρομίσει | είχες βρομίσει | είχε βρομίσει | είχαμε βρομίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βρομίσει / να βρομίζω / να βρομίσω | να έχεις βρομίσει / να βρομίζεις / να βρομίσεις | να έχει βρομίσει / να βρομίζει / να βρομίσει | να έχουμε βρομίσει / να βρομίζουμε / να βρομίσουμε | να έχετε βρομίσει / να βρομίζετε / να βρομίσετε | να βρομίζουν / να βρομίζουνε / να βρομίσουν / να βρομίσουνε |
| Προστακτική | — | βρόμιζε / βρόμισε | — | — | βρομίζετε / βρομίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →