καθαρίζω
•
- κάνω κάτι να μην είναι βρόμικο ή λερωμένο πια Βικιλεξικό
- Τελείωσε το φαΐ σου και μετά να πλύνεις τα πιάτα και να καθαρίσεις το τραπέζι.
- βγάζω από ένα μέρος αυτά που δεν ανήκουν ή δεν ταιριάζουν Βικιλεξικό
- βγάζω τη φλούδα, τις λεπίδες από διάφορα φαγητά Βικιλεξικό
- Να σου καθαρίσω μήλο;
- οικείοκερδίζω, έχω εισόδημα Βικιλεξικό
- Από την μπίζνα αυτή καθάρισε κάνα εκατομμύριο.
- μεταφορικάσκοτώνω κάποιον Βικιλεξικό
- Πρέπει να τον καθαρίσουμε, είναι ο μόνος μάρτυρας της δολοφονίας!
Ετυμολογία
καθαρίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή καθαρίζω < αρχαία ελληνική καθαρός + -ίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθαρίζω | καθαρίζεις | καθαρίζει | καθαρίζουμε | καθαρίζετε | καθαρίζουν / καθαρίζουνε |
| Παρατατικός | καθάριζα | καθάριζες | καθάριζε | καθαρίζαμε | καθαρίζατε | καθάριζαν / καθαρίζαν / καθαρίζανε |
| Αόριστος | καθάρισα | καθάρισες | καθάρισε | καθαρίσαμε | καθαρίσατε | καθάρισαν / καθαρίσαν / καθαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα καθαρίζω / θα καθαρίσω | θα καθαρίζεις / θα καθαρίσεις | θα καθαρίζει / θα καθαρίσει | θα καθαρίζουμε / θα καθαρίσουμε | θα καθαρίζετε / θα καθαρίσετε | θα καθαρίζουν / θα καθαρίζουνε / θα καθαρίσουν / θα καθαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καθαρίσει | έχεις καθαρίσει | έχει καθαρίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθαρίσει | είχες καθαρίσει | είχε καθαρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθαρίσει / να καθαρίζω / να καθαρίσω | να έχεις καθαρίσει / να καθαρίζεις / να καθαρίσεις | να έχει καθαρίσει / να καθαρίζει / να καθαρίσει | να καθαρίζουμε / να καθαρίσουμε | να καθαρίζετε / να καθαρίσετε | να καθαρίζουν / να καθαρίζουνε / να καθαρίσουν / να καθαρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε καθαρισμένο / καθάριζε / καθάρισε | — | — | καθαρίζετε / καθαρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καθαρίστηκακαθαρίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →