βρομοδουλειά
•
- δουλειά / εργασία που κάποιος δεν θέλει και τόσο να κάνει, γιατί είναι βρόμικη, δύσκολη κ.λπ. Βικιλεξικό
- δουλειά / ενέργεια που ενέχει στοιχεία ανηθικότητας ή παραβατικότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρομοδουλειά < βρομο- + δουλειά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρομοδουλειά | βρομοδουλειές |
| Γενική | βρομοδουλειάς | βρομοδουλειών |
| Αιτιατική | βρομοδουλειά | βρομοδουλειές |
| Κλητική | βρομοδουλειά | βρομοδουλειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →