Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρόμικος

/ˈvɾo.mi.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι καθαρός Βικιλεξικό
    • πήγαινε να πλύνεις τα χέρια σου, είναι βρόμικα
    • Και μέσα στα μαγαζιά οι έμποροι μετρούσαν με την πήχη, σκίζανε χασέδες, οι μπακάληδες γέμιζαν χαρτουλίνες και μποτίλιες, οι τσαρουχάδες χτυπούσαν τα πετσιά, οι καποτάδες ράβαν καθισμένοι σταυροπόδι, ο ντελάλης φώναζε και τα μπακαλόπουλα γυρνούσαν βρόμικα και κουβαλούσανε ξυπόλητα νερό. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Η Αννιώ, 1923)
  2. μεταφορικάπου έχει σχέση με ανέντιμες ασχολίες Βικιλεξικό
    • το βρόμικο χρήμα
    • μην ακούς τι λέει, διαδίδει βρόμικες συκοφαντίες

Ετυμολογία

βρόμικος < βρόμ(α) + -ικος → δείτε τη λέξη βρομώ για την ετυμολογία και την ορθογραφία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβρόμικοςβρόμικηβρόμικο
Γενικήβρόμικουβρόμικηςβρόμικου
Αιτιατικήβρόμικοβρόμικηβρόμικο
Κλητικήβρόμικεβρόμικηβρόμικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβρόμικοιβρόμικεςβρόμικα
Γενικήβρόμικωνβρόμικωνβρόμικων
Αιτιατικήβρόμικουςβρόμικεςβρόμικα
Κλητικήβρόμικοιβρόμικεςβρόμικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →