βρόμικος
•
- που δεν είναι καθαρός Βικιλεξικό
- πήγαινε να πλύνεις τα χέρια σου, είναι βρόμικα
- Και μέσα στα μαγαζιά οι έμποροι μετρούσαν με την πήχη, σκίζανε χασέδες, οι μπακάληδες γέμιζαν χαρτουλίνες και μποτίλιες, οι τσαρουχάδες χτυπούσαν τα πετσιά, οι καποτάδες ράβαν καθισμένοι σταυροπόδι, ο ντελάλης φώναζε και τα μπακαλόπουλα γυρνούσαν βρόμικα και κουβαλούσανε ξυπόλητα νερό. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Η Αννιώ, 1923)
- μεταφορικάπου έχει σχέση με ανέντιμες ασχολίες Βικιλεξικό
- το βρόμικο χρήμα
- μην ακούς τι λέει, διαδίδει βρόμικες συκοφαντίες
Ετυμολογία
βρόμικος < βρόμ(α) + -ικος → δείτε τη λέξη βρομώ για την ετυμολογία και την ορθογραφία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βρόμικος | βρόμικη | βρόμικο |
| Γενική | βρόμικου | βρόμικης | βρόμικου |
| Αιτιατική | βρόμικο | βρόμικη | βρόμικο |
| Κλητική | βρόμικε | βρόμικη | βρόμικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βρόμικοι | βρόμικες | βρόμικα |
| Γενική | βρόμικων | βρόμικων | βρόμικων |
| Αιτιατική | βρόμικους | βρόμικες | βρόμικα |
| Κλητική | βρόμικοι | βρόμικες | βρόμικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →