βυθίζω
•
- κάνω κάτι να κατέβει μέχρι το βυθό -κυρίως της θάλασσας Βικιλεξικό
- Το καΐκι προσέκρουσε στα βράχια και κατόπιν βυθίστηκε.
- Το ταχύπλοο εμβόλισε τη βάρκα τους και τη βύθισε.
- Το υποβρύχιο έριξε στην αρχή δυο τορπίλλες, αλλά δε βρήκαν το στόχο τους. Τότε το υποβρύχιο βγήκε από το βυθό και από απόσταση 500 μέτρων χτύπησε με το πυροβόλο του το Ιταλικό πετρελαιοφόρο, και το βύθισε (Γιάννης Καιροφύλας, Η Αθήνα του '40 και της Κατοχής, εκδ. Φιλιππότη, 1985, σελ. 68)
- πιέζω κάτι για να κατέβει λίγο ή ολοκληρωτικά μέσα στο νερό ή άλλο υγρό Βικιλεξικό
- Στη συνέχεια, βύθισε με τα χέρια της το εξάρτημα στη λεκάνη με το ειδικό υγρό, προκειμένου να ολοκληρώσει τη διαδικασία της πλύσης.
- μεταφορικάπιέζω κάτι ώστε να εισχωρήσει βαθιά στη μάζα κάποιου άλλου σώματος Βικιλεξικό
- Του βύθισε χωρίς δισταγμό το μαχαίρι στο λαιμό.
- μεταφορικάκάνω κάτι που επιφέρει αρνητικό αποτέλεσμα ή φέρνω σε απελπισία Βικιλεξικό
- Η έλλειψη πολλών ειδών πρώτης ανάγκης βύθισε τη χώρα στην απόγνωση.
Ετυμολογία
βυθίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βυθίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βυθίζω | βυθίζεις | βυθίζει | βυθίζουμε | βυθίζετε | βυθίζουν / βυθίζουνε |
| Παρατατικός | βύθιζα | βύθιζες | βύθιζε | βυθίζαμε | βυθίζατε | βυθίζαν / βυθίζανε / βύθιζαν |
| Αόριστος | βύθισα | βύθισες | βύθισε | βυθίσαμε | βυθίσατε | βυθίσαν / βυθίσανε / βύθισαν |
| Μέλλοντας | θα βυθίζω / θα βυθίσω | θα βυθίζεις / θα βυθίσεις | θα βυθίζει / θα βυθίσει | θα βυθίζουμε / θα βυθίσουμε | θα βυθίζετε / θα βυθίσετε | θα βυθίζουν / θα βυθίζουνε / θα βυθίσουν / θα βυθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βυθίσει | έχεις βυθίσει | έχει βυθίσει | έχουμε βυθίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βυθίσει | είχες βυθίσει | είχε βυθίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βυθίσει / να βυθίζω / να βυθίσω | να έχεις βυθίσει / να βυθίζεις / να βυθίσεις | να έχει βυθίσει / να βυθίζει / να βυθίσει | να έχουμε βυθίσει / να βυθίζουμε / να βυθίσουμε | να βυθίζετε / να βυθίσετε | να βυθίζουν / να βυθίζουνε / να βυθίσουν / να βυθίσουνε |
| Προστακτική | — | βύθιζε / βύθισε | — | — | βυθίζετε / βυθίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βυθίστηκαβυθίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →