Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βυθίζω

/viˈθi.zo/ρήμα
•
  1. κάνω κάτι να κατέβει μέχρι το βυθό -κυρίως της θάλασσας Βικιλεξικό
    • Το καΐκι προσέκρουσε στα βράχια και κατόπιν βυθίστηκε.
    • Το ταχύπλοο εμβόλισε τη βάρκα τους και τη βύθισε.
    • Το υποβρύχιο έριξε στην αρχή δυο τορπίλλες, αλλά δε βρήκαν το στόχο τους. Τότε το υποβρύχιο βγήκε από το βυθό και από απόσταση 500 μέτρων χτύπησε με το πυροβόλο του το Ιταλικό πετρελαιοφόρο, και το βύθισε (Γιάννης Καιροφύλας, Η Αθήνα του '40 και της Κατοχής, εκδ. Φιλιππότη, 1985, σελ. 68)
  2. πιέζω κάτι για να κατέβει λίγο ή ολοκληρωτικά μέσα στο νερό ή άλλο υγρό Βικιλεξικό
    • Στη συνέχεια, βύθισε με τα χέρια της το εξάρτημα στη λεκάνη με το ειδικό υγρό, προκειμένου να ολοκληρώσει τη διαδικασία της πλύσης.
  3. μεταφορικάπιέζω κάτι ώστε να εισχωρήσει βαθιά στη μάζα κάποιου άλλου σώματος Βικιλεξικό
    • Του βύθισε χωρίς δισταγμό το μαχαίρι στο λαιμό.
  4. μεταφορικάκάνω κάτι που επιφέρει αρνητικό αποτέλεσμα ή φέρνω σε απελπισία Βικιλεξικό
    • Η έλλειψη πολλών ειδών πρώτης ανάγκης βύθισε τη χώρα στην απόγνωση.

Ετυμολογία

βυθίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βυθίζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβυθίζωβυθίζειςβυθίζειβυθίζουμεβυθίζετεβυθίζουν / βυθίζουνε
Παρατατικόςβύθιζαβύθιζεςβύθιζεβυθίζαμεβυθίζατεβυθίζαν / βυθίζανε / βύθιζαν
Αόριστοςβύθισαβύθισεςβύθισεβυθίσαμεβυθίσατεβυθίσαν / βυθίσανε / βύθισαν
Μέλλονταςθα βυθίζω / θα βυθίσωθα βυθίζεις / θα βυθίσειςθα βυθίζει / θα βυθίσειθα βυθίζουμε / θα βυθίσουμεθα βυθίζετε / θα βυθίσετεθα βυθίζουν / θα βυθίζουνε / θα βυθίσουν / θα βυθίσουνε
Παρακείμενοςέχω βυθίσειέχεις βυθίσειέχει βυθίσειέχουμε βυθίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα βυθίσειείχες βυθίσειείχε βυθίσει———
Υποτακτικήνα έχω βυθίσει / να βυθίζω / να βυθίσωνα έχεις βυθίσει / να βυθίζεις / να βυθίσειςνα έχει βυθίσει / να βυθίζει / να βυθίσεινα έχουμε βυθίσει / να βυθίζουμε / να βυθίσουμενα βυθίζετε / να βυθίσετενα βυθίζουν / να βυθίζουνε / να βυθίσουν / να βυθίσουνε
Προστακτική—βύθιζε / βύθισε——βυθίζετε / βυθίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

βυθίστηκαβυθίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →