Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βυσσοδομώ

/vi.so.ðoˈmo/ρήμα
•
  1. ενεργώ με ύπουλο, δόλιο και παρασκηνιακό τρόπο, σχεδιάζω και προγραμματίζω κρυφά Βικιλεξικό
    • Συζητούσαν και σχολίαζαν τα πάντα, έπαιρναν πόζες και, βυσσοδομούσαν ραδιουργίες ακατατονόμαστες, με σκοπό να προοδεύσουν….
    • Βυσσοδομούν στο παρασκήνιο και ενίοτε στο προσκήνιο οι Αμερικανοί, οι Γερμανοί (...) σε ένα σύνθετο γεωπολιτικό, οικονομικό και επιχειρηματικό παιχνίδι.

Ετυμολογία

βυσσοδομώ < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική βυσσοδομῶ < αρχαία ελληνική βυσσοδομεύω (χτίζω/οικοδομώ σε βάθος) < βυσσός + δομέω + -εύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβυσσοδομώβυσσοδομείςβυσσοδομείβυσσοδομούμεβυσσοδομείτεβυσσοδομούν / βυσσοδομούνε
Παρατατικόςβυσσοδομούσαβυσσοδομούσεςβυσσοδομούσεβυσσοδομούσαμεβυσσοδομούσατεβυσσοδομούσαν / βυσσοδομούσανε
Αόριστοςβυσσοδόμησαβυσσοδόμησεςβυσσοδόμησεβυσσοδομήσαμεβυσσοδομήσατεβυσσοδομήσαν / βυσσοδομήσανε / βυσσοδόμησαν
Μέλλονταςθα βυσσοδομήσω / θα βυσσοδομώθα βυσσοδομήσεις / θα βυσσοδομείςθα βυσσοδομήσει / θα βυσσοδομείθα βυσσοδομήσουμε / θα βυσσοδομούμεθα βυσσοδομήσετε / θα βυσσοδομείτεθα βυσσοδομήσουν / θα βυσσοδομήσουνε / θα βυσσοδομούν / θα βυσσοδομούνε
Παρακείμενοςέχω βυσσοδομήσειέχεις βυσσοδομήσειέχει βυσσοδομήσειέχουμε βυσσοδομήσειέχετε βυσσοδομήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βυσσοδομήσειείχες βυσσοδομήσειείχε βυσσοδομήσειείχαμε βυσσοδομήσει——
Υποτακτικήνα έχω βυσσοδομήσει / να βυσσοδομήσω / να βυσσοδομώνα έχεις βυσσοδομήσει / να βυσσοδομήσεις / να βυσσοδομείςνα έχει βυσσοδομήσει / να βυσσοδομήσει / να βυσσοδομείνα έχουμε βυσσοδομήσει / να βυσσοδομήσουμε / να βυσσοδομούμενα έχετε βυσσοδομήσει / να βυσσοδομήσετε / να βυσσοδομείτενα βυσσοδομήσουν / να βυσσοδομήσουνε / να βυσσοδομούν / να βυσσοδομούνε
Προστακτική—βυσσοδόμει / βυσσοδόμησε——βυσσοδομήστε / βυσσοδομείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →