μηχανορραφώ
•
- λόγιομυστικά και δόλια ενεργώ ή σχεδιάζω κάτι εναντίον κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανορραφώ < αρχαία ελληνική μηχανορραφέω / μηχανορραφῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μηχανορραφώ | μηχανορραφείς | μηχανορραφεί | μηχανορραφούμε | μηχανορραφείτε | μηχανορραφούν / μηχανορραφούνε |
| Παρατατικός | μηχανορραφούσα | μηχανορραφούσες | μηχανορραφούσε | μηχανορραφούσαμε | μηχανορραφούσατε | μηχανορραφούσαν / μηχανορραφούσανε |
| Αόριστος | μηχανορράφησα | μηχανορράφησες | μηχανορράφησε | μηχανορραφήσαμε | μηχανορραφήσατε | μηχανορράφησαν / μηχανορραφήσαν / μηχανορραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα μηχανορραφήσω / θα μηχανορραφώ | θα μηχανορραφήσεις / θα μηχανορραφείς | θα μηχανορραφήσει / θα μηχανορραφεί | θα μηχανορραφήσουμε / θα μηχανορραφούμε | θα μηχανορραφήσετε / θα μηχανορραφείτε | θα μηχανορραφήσουν / θα μηχανορραφήσουνε / θα μηχανορραφούν / θα μηχανορραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω μηχανορραφήσει | έχεις μηχανορραφήσει | έχει μηχανορραφήσει | έχουμε μηχανορραφήσει | έχετε μηχανορραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μηχανορραφήσει | είχες μηχανορραφήσει | είχε μηχανορραφήσει | είχαμε μηχανορραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μηχανορραφήσει / να μηχανορραφήσω / να μηχανορραφώ | να έχεις μηχανορραφήσει / να μηχανορραφήσεις / να μηχανορραφείς | να έχει μηχανορραφήσει / να μηχανορραφήσει / να μηχανορραφεί | να έχουμε μηχανορραφήσει / να μηχανορραφήσουμε / να μηχανορραφούμε | να έχετε μηχανορραφήσει / να μηχανορραφήσετε / να μηχανορραφείτε | να μηχανορραφήσουν / να μηχανορραφήσουνε / να μηχανορραφούν / να μηχανορραφούνε |
| Προστακτική | — | μηχανορράφει / μηχανορράφησε | — | — | μηχανορραφήστε / μηχανορραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →