δολοπλοκώ
•
- λόγιοκάνω δολοπλοκίες, είμαι δολοπλόκος Βικιλεξικό
- οι επίδοξοι διάδοχοι του Βασιλιά δολοπλοκούσαν, ώστε ο Μονάρχης να ανατραπεί.
Ετυμολογία
δολοπλοκώ < μεσαιωνική ελληνική δολοπλοκώ < αρχαία ελληνική δολοπλόκος < δόλος + πλόκος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δολοπλοκώ | δολοπλοκείς | δολοπλοκεί | δολοπλοκούμε | δολοπλοκείτε | δολοπλοκούν / δολοπλοκούνε |
| Παρατατικός | δολοπλοκούσα | δολοπλοκούσες | δολοπλοκούσε | δολοπλοκούσαμε | δολοπλοκούσατε | δολοπλοκούσαν / δολοπλοκούσανε |
| Αόριστος | δολοπλόκησα | δολοπλόκησες | δολοπλόκησε | δολοπλοκήσαμε | δολοπλοκήσατε | δολοπλοκήσαν / δολοπλοκήσανε / δολοπλόκησαν |
| Μέλλοντας | θα δολοπλοκήσω / θα δολοπλοκώ | θα δολοπλοκήσεις / θα δολοπλοκείς | θα δολοπλοκήσει / θα δολοπλοκεί | θα δολοπλοκήσουμε / θα δολοπλοκούμε | θα δολοπλοκήσετε / θα δολοπλοκείτε | θα δολοπλοκήσουν / θα δολοπλοκήσουνε / θα δολοπλοκούν / θα δολοπλοκούνε |
| Παρακείμενος | έχω δολοπλοκήσει | έχεις δολοπλοκήσει | έχει δολοπλοκήσει | έχουμε δολοπλοκήσει | έχετε δολοπλοκήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δολοπλοκήσει | είχες δολοπλοκήσει | είχε δολοπλοκήσει | είχαμε δολοπλοκήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δολοπλοκήσει / να δολοπλοκήσω / να δολοπλοκώ | να έχεις δολοπλοκήσει / να δολοπλοκήσεις / να δολοπλοκείς | να έχει δολοπλοκήσει / να δολοπλοκήσει / να δολοπλοκεί | να έχουμε δολοπλοκήσει / να δολοπλοκήσουμε / να δολοπλοκούμε | να έχετε δολοπλοκήσει / να δολοπλοκήσετε / να δολοπλοκείτε | να δολοπλοκήσουν / να δολοπλοκήσουνε / να δολοπλοκούν / να δολοπλοκούνε |
| Προστακτική | — | δολοπλόκει / δολοπλόκησε | — | — | δολοπλοκήστε / δολοπλοκείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →