γέροντας
•
- ηλικιωμένος άντρας, γέρος (ως προσφώνηση δείχνει σεβασμό) Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ἡ θάλασσα, από τη συλλογή διηγημάτων Λόγια της Πλώρης, αρχική έκδοση: Αθήνα 1899.
- ο μοναχός Βικιλεξικό
- προεστός, δημογέροντας (και πληθυντικός οι γερόντοι) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γέροντας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γέροντας < αιτιατική γέροντα του αρχαία ελληνική γέρων. Δείτε και γέρος, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵerh₂-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γέροντας | γέροντες / γερόντοι |
| Γενική | γέροντα | γερόντων |
| Αιτιατική | γέροντα | γέροντες / γερόντους |
| Κλητική | γέροντα | γέροντες / γερόντοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →