Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαλανομάτικος

/ɣa.la.noˈma.ti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με γαλανομάτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαλανομάτικος < γαλανομάτης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαλανομάτικοςγαλανομάτικηγαλανομάτικο
Γενικήγαλανομάτικουγαλανομάτικηςγαλανομάτικου
Αιτιατικήγαλανομάτικογαλανομάτικηγαλανομάτικο
Κλητικήγαλανομάτικεγαλανομάτικηγαλανομάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαλανομάτικοιγαλανομάτικεςγαλανομάτικα
Γενικήγαλανομάτικωνγαλανομάτικωνγαλανομάτικων
Αιτιατικήγαλανομάτικουςγαλανομάτικεςγαλανομάτικα
Κλητικήγαλανομάτικοιγαλανομάτικεςγαλανομάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →