γαλανομάτικος
•
- που έχει σχέση με γαλανομάτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαλανομάτικος < γαλανομάτης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γαλανομάτικος | γαλανομάτικη | γαλανομάτικο |
| Γενική | γαλανομάτικου | γαλανομάτικης | γαλανομάτικου |
| Αιτιατική | γαλανομάτικο | γαλανομάτικη | γαλανομάτικο |
| Κλητική | γαλανομάτικε | γαλανομάτικη | γαλανομάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γαλανομάτικοι | γαλανομάτικες | γαλανομάτικα |
| Γενική | γαλανομάτικων | γαλανομάτικων | γαλανομάτικων |
| Αιτιατική | γαλανομάτικους | γαλανομάτικες | γαλανομάτικα |
| Κλητική | γαλανομάτικοι | γαλανομάτικες | γαλανομάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →