γαλβανίζω
•
- χημείαγενικά επιμεταλλώνω, περνάω λεπτό στρώμα μετάλλου σε άλλο μέταλλο Βικιλεξικό
- ηλεκτρολογίαηλεκτρίζω με γαλβανική στήλη Βικιλεξικό
- τεχνολογίαεπιψευδαργυρώνω μεταλλική επιφάνεια ή αντικείμενο για προστασία από τη διάβρωση - σκουριά Βικιλεξικό
- μεταφορικάενθουσιάζω, εμψυχώνω, ηλεκτρίζω Βικιλεξικό
- Φοβερός δημαγωγός, ξέρει να γαλβανίζει τα πλήθη!
Ετυμολογία
γαλβανίζω, μαρτυρείται από το 1847 (μετά το 1812 τού γαλβανισμός) < οπτικό λόγιο δάνειο από τη γαλλική galvaniser από το όνομα του ιταλού γιατρού, φυσιολόγου Luigi Galvani (Λουίτζι Γκαλβάνι)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γαλβανίζω | γαλβανίζεις | γαλβανίζει | γαλβανίζουμε | γαλβανίζετε | γαλβανίζουν / γαλβανίζουνε |
| Παρατατικός | γαλβάνιζα | γαλβάνιζες | γαλβάνιζε | γαλβανίζαμε | γαλβανίζατε | γαλβάνιζαν / γαλβανίζαν / γαλβανίζανε |
| Αόριστος | γαλβάνισα | γαλβάνισες | γαλβάνισε | γαλβανίσαμε | γαλβανίσατε | γαλβάνισαν / γαλβανίσαν / γαλβανίσανε |
| Μέλλοντας | θα γαλβανίζω / θα γαλβανίσω | θα γαλβανίζεις / θα γαλβανίσεις | θα γαλβανίζει / θα γαλβανίσει | θα γαλβανίζουμε / θα γαλβανίσουμε | θα γαλβανίζετε / θα γαλβανίσετε | θα γαλβανίζουν / θα γαλβανίζουνε / θα γαλβανίσουν / θα γαλβανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γαλβανίσει | έχεις γαλβανίσει | έχει γαλβανίσει | έχουμε γαλβανίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γαλβανίσει | είχες γαλβανίσει | είχε γαλβανίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γαλβανίσει / να γαλβανίζω / να γαλβανίσω | να έχεις γαλβανίσει / να γαλβανίζεις / να γαλβανίσεις | να έχει γαλβανίσει / να γαλβανίζει / να γαλβανίσει | να έχουμε γαλβανίσει / να γαλβανίζουμε / να γαλβανίσουμε | να γαλβανίζετε / να γαλβανίσετε | να γαλβανίζουν / να γαλβανίζουνε / να γαλβανίσουν / να γαλβανίσουνε |
| Προστακτική | — | γαλβάνιζε / γαλβάνισε | — | — | γαλβανίζετε / γαλβανίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γαλβανίστηκαγαλβανίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →