γαμάω
•
- χυδαίοσυμμετέχω σε σεξουαλική επαφή με ενεργητικό ρόλο (λέγεται κυρίως για τον άντρα) Βικιλεξικό
- χυδαίονικώ, ταπεινώνω Βικιλεξικό
- χυδαίοκαταστρέφω κάτι, το κάνω χάλια, διαλύω Βικιλεξικό
- Κόπηκε το λουρί της μηχανής και μου γαμήθηκε το αυτοκίνητο τελείως.
- Μου τη γάμησες την κουβέντα με τις ασυναρτησίες σου.
Ετυμολογία
γαμάω < γαμ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γαμῶ, συνηρημένος τύπος του γαμέω (κάνω σεξ -από την ελληνιστική εποχή, και για τις γυναίκες-)
Άλλοι τύποι
γάμαγαγάμησαγαμήθηκαγαμημένοςγαμιέμαιγαμούσαγαμώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →