πηδάω
•
- κάνω άλμα συνήθως παρακάμπτοντας κάτι ενδιάμεσο Βικιλεξικό
- λυγίζω τα πόδια μου και εκτινάσσομαι προς τα πάνω και τελικά είτε πέφτω πάλι στο ίδιο σημείο είτε σε άλλο σημείο
- παραλείπω κάτι που βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα
- αλλάζω θέμα συζήτησης ξαφνικά
- χυδαίοκάνω έρωτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηδάω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πηδάω, πηδῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πηδώ | — | — | — | — | — |
| Παρατατικός | πήδαγα / πηδούσα | — | — | — | — | — |
| Αόριστος | πήδηξα / πήδησα | πήδηξες | πήδηξε | πηδήξαμε | πηδήξατε | πήδηξαν / πηδήξαν / πηδήξανε |
| Μέλλοντας | θα πηδήξω / θα πηδηχτώ / θα πηδώ | θα πηδήξεις | θα πηδήξει / θα πηδηχτεί | θα πηδήξουμε | θα πηδήξετε | θα πηδήξουν / θα πηδήξουνε |
| Παρακείμενος | έχω πηδήξει | έχεις πηδήξει | έχει πηδήξει | έχουμε πηδήξει | έχετε πηδήξει | έχουν πηδήξει |
| Υπερσυντέλικος | είχα πηδήξει | είχες πηδήξει | είχε πηδήξει | είχαμε πηδήξει | είχατε πηδήξει | είχαν πηδήξει |
| Υποτακτική | να έχω πηδήξει / να πηδήξω / να πηδηχτώ / να πηδώ | να έχεις πηδήξει / να πηδήξεις | να έχει πηδήξει / να πηδήξει / να πηδηχτεί | να έχουμε πηδήξει / να πηδήξουμε | να έχετε πηδήξει / να πηδήξετε | να έχουν πηδήξει / να πηδήξουν / να πηδήξουνε |
| Προστακτική | — | έχε πηδηγμένο / πήδηξε, πήδηχ' | — | — | έχετε πηδηγμένο / πηδήξτε, πηδήχτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πηδήθηκαπηδήχτηκαπηδιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →