γαργάρα
•
- το πλύσιμο του λάρυγγα με νερό ή κάποιο διάλυμα το οποίο δεν καταπίνουμε, αλλά, με γερμένο το κεφάλι προς τα πίσω, το κρατάμε στο ύψος της σταφυλής και το ανακινούμε εκπνέοντας Βικιλεξικό
- κάνει γαργάρες για τον πονόλαιμο
- συνεκδοχικάτο νερό ή το διάλυμα που χρησιμοποιούμε για την γαργάρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαργάρα < (ελληνιστική κοινή) < (ηχομιμητική λέξη) (από αναδιπλασιασμό τού «γαρ-γαρ»)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαργάρα | γαργάρες |
| Γενική | γαργάρας | — |
| Αιτιατική | γαργάρα | γαργάρες |
| Κλητική | γαργάρα | γαργάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →